Ο πρωθυπουργός προτείνει ιστορική ΑΝΑμόρφωση των Ελλήνων

Πρόταση ανάγνωσης, μέσα από το προσωπικό site του Πρωθυπουργού, ιστορικού εκτρώματος που δικαιώνει την αλυτρωτική πολιτική Τούρκων και Σκοπιανών σε βάρος της χώρας μας!!!

Τη στιγμή που ο πρωθυπουργός και υπουργός Εξωτερικών της χώρας κ. Γιώργος Παπανδρέου, συναντούσε τον πρωθυπουργό της ΠΓΔΜ κ. Νίκολα Γκρουέφσκι, στο περιθώριο της συνόδου κορυφής της Ε.Ε στις Βρυξέλλες, η “κόκκινη γραμμή” των εθνικών μας θεμάτων έμοιαζε λίγο με ανορθογραφία. Με αφορμή όχι κάποιο θερμό επεισόδιο Τούρκων ή Σκοπιανών, αλλά την προσωπική ιστοσελίδα του ΈΛληνα πρωθυπουργού!

Όπως αποκαλύπτει το “ΘΕΜΑ” της Κυριακής, στην ιστοσελίδα του πρωθυπουργού, προτείνεται η ανάγνωση του βιβλίου “Το βάσανο της ιστορίας”. Στο βιβλίο αυτό διαστρεβλώνεται επικίνδυνα η Ελληνική Ιστορία απο τήν αρχαιότητα έως σήμερα, ενώ παράλληλα δίνεται θεωρητικό “άλλοθι” για την κλιμάκωση της αλυτρωτικής πολιτικής των γειτόνων μας σε βάρος της χώρας μας. Το βιβλίο, μεταξύ άλλων, χαρακτηρίζει “εθνικιστικό κίνημα” την Επανάσταση του 1821 με την εφαρμογή “στρατηγικών εξαναγκασμού, προσηλυτισμού, εκδίωξης και εξόντωσης” εις βάρος των Τoύρκων, αμφισβητεί ευθέως την ελληνικότητα της Μακεδονίας, μιλά για “τουρκική μειονότητα” στην Ελλάδα και καταλήγει χαρακτηρίζοντας το ΠΑΣΟΚ “λαϊκιστικό” κόμμα.

Στη συγγραφική δουλειά των κυρίων Ουμούτ Οζκιριμλί και Σπύρου Σοφού, διευθυντή του Κέντρου Εληνοτουρκικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο Μπιλγκί της Κωνσταντινούπολης και επιστημονικού ερευνητή Ευρωπαικών και Διεθνών Σπουδών στο Κέντρο Ευρωπαικών Μελετών του Πανεπιστημίου Κίνγκστον του Λονδίνου αντίστοιχα, η οποία χρηματοδοτήθηκε κατα κύριο λόγο από την Τουρκική Ακαδημία επιστημών, δεν εξετάζονται ζητήματα όπως το Αιγαίο, με το σκεπτικό ότι “διαμορφώνουν, και με τη σειρά τους, διαμορφώνονται από τις εθνικιστές απόψεις στις δύο χώρες”! Όπως γίνεται αντιληπτό από τον πρόλογο κιόλας του βιβλίου, οι πάγιες κι ανυποχώρητες θέσεις της Ελλάδας έναντι των διεκδικήσεων της Άγκυρας στο Αιγαίο υποθηκεύονται μιας και χαρακτηρίζονται εθνικιστικές!

Απόλυτα δικαιωμένοι από το επίμαχο βιβλίο νιώθουν οι Σκοπιανοί, καθώς «για τους Ελληνες εθνικιστές και διαμορφωτές της εξωτερικής πολιτικής, σε αντίθεση με τις δημόσιες διακηρύξεις τους, η ελληνικότητα της Μακεδονίας δεν ήταν δεδομένη, αλλά κάτι για το οποίο έπρεπε να πασχίσουν, ένα πολυπόθητο έπαθλο για το οποίο χρειαζόταν να αγωνιστούν»(σελ. 171). Οι Έλληνες, όπως αναφέρεται στο βιβλίο, «μέσω μιας διαστρεβλωμένης λογικής, κατά την οποία το όνομα “Μακεδονία” ήταν αποκλειστική ιδιοκτησία του ελληνικού έθνους» (σελ. 188) χρησιμοποίησαν μία σειρά μεθόδων για να επιτύχουν τους «εθνικιστικούς» τους στόχους. «Ο πολιτικός λόγος, η αρχαιολογία και ο “επιστημονικός εθνικισμός”, μία εικονική βιομηχανία που αποτελούνταν από επιστημονικές και ημι-επιστημονικές εργασίες, εκδόσεις και εκδηλώσεις επιτρατεύτηκαν για την υποστήριξη των ελληνικών ισχυρισμών» (σελ. 188). Όπως ήταν αναμενόμενο, η σκοπιανή προπαγάνδα δεν άφησε την ευκαιρία να πάει χαμένη και μέσω των καθοδηγούμενων Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης της γείτονος χώρας επιχαίρει προκλητικά. Η εφημερίδα «Νόβα Μασεντόνια» με τον τίτλο της στις 26/10/2009 «Ο Γιώργος Παπανδρέου διαφημίζει βιβλίο για τους εκδιωχθέντες Μακεδόνες» και η «Ούτρινσκι Βέστνικ» ακριβώς την επομένη με αναφορά στο ΠΑΣΟΚ, «Στην Ελλάδα προβλήθηκε βιβλίο για τους φυγάδες Μακεδόνες – Το ΠΑΣΟΚ πλέον δεν αποφεύγει την αλήθεια», καταγράφουν τον αέρα ενθουσιασμού που επικρατεί στις τάξεις της σκοπιανής διπλωματίας. Θέση στο πολύ σοβαρό θέμα παίρνει και ο πρόεδρος της «Ενωσης των παιδιών φυγάδων», Γκεόργι Ντονέφσκι, ο οποίος τονίζει ότι το βιβλίο αυτό «αποτελεί σταθμό για τις σχέσεις Μακεδονίας-Ελλάδας και κλειδί για την επίλυση του θέματος του ονόματος», προσθέτοντας ότι «και μόνο που αναρτήθηκε στην ιστοσελίδα του Παπανδρέου αυτό τα λέει όλα»!

Οι δύο συγγραφείς επικεντρώνουν την έρευνά τους στην Ελληνική Επανάσταση, προσεγγίζοντάς τη με έναν πρωτόγνωρο τρόπο:

«Η απόσχιση από την Οθωμανική Αυτοκρατορία αντιστοιχούσε σε έναν ακρωτηριασμό» (σελ. 14), παρά το γεγονός ότι «οι δεσμοί μεταξύ των Οθωμανών Ελλήνων και της αυτοκρατορίας είναι στενοί και μπορούν να περιγραφούν υπό τους όρους μιας οργανικής σχέσης, όπως ακριβώς εκείνη μεταξύ μιας μητέρας και των παιδιών της»! (σελ. 42) Στο πλαίσιο της εγκάρδιας, όπως παρουσιάζουν, συνύπαρξης Τούρκων και υπόδουλων Ελλήνων, το παιδομάζωμα ήταν ένας από τους βασικούς μηχανισμούς «κοινωνικής κινητικότητας προκειμένου να διευκολυνθεί η διαιώνιση της άρχουσας τάξης» (σελ. 75).

Με βάση την πρωθυπουργική πρόταση προς άπαντες τους Ελληνες, τα πραγματικά κίνητρα των επαναστατημένων προγόνων μας μάλλον δεν θα πρέπει να αναζητούνται πια στη σκλαβιά 400 ετών, αφού η Επανάσταση «παρακινήθηκε και από την οικονομική δυσαρέσκεια, από την αμφισβήτηση του φορολογικού συστήματος και των τοπικών Οθωμανών αξιωματούχων» (σελ. 278), ενώ οφείλεται και στην εντεινόμενη δυσαρέσκεια «εξαιτίας της αστάθειας, της ανασφάλεια ςκαι της διαφθοράς που σχετιζόταν με την οθωμανική διοίκηση»!(σελ. 45) Όσον αφορά στους αγωνιστές του 1821, που θυσιάστηκαν για την ελευθερία μας, «στην πραγματικότητα, το αντικείμενο διακύβευσής τους δεν ήταν η προσδοκία εκείνων που είχαν εμπλακεί στον πόλεμο να διεκδικήσουν συμμετοχή στο αναδυόμενο έθνος, αλλά η επιθυμία τους να ηγηθούν του αγώνα και να αποκομίσουν από αυτόν τα περισσότερα δυνατά οφέλη». (σελ. 83) Υπό αυτό το πρίσμα «η έννοια της νεότερης Ελλάδας δεν ήταν τόσο προϊόν των διαδικασιών διαμόρφωσης εθνικής ταυτότητας εντός των ελληνόφωνων ή των χριστιανικών ορθόδοξων πληθυσμών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, όσο αποτέλεσμα οικειοποίησης της πολιτιστικής κληρονομιάς μιας “αποεδαφοποιημένης” ουτοπικής κλασικής Ελλάδας από τους Ευρωπαίους διανοούμενους και τις δυτικές κοινωνίες».(σελ. 162).

Στο μεταξύ, ιδιαίτερη εντύπωση προκαλεί το γεγονός ότι οι συγγραφείς δεν κρατούν ούτε τα προσχήματα στην ετεροβαρή τους προσέγγιση υπέρ της Τουρκίας, αναφέροντας χαρακτηριστικά:

«Σήμερα ο συνολικός αριθμός των Ελλήνων της Τουρκίας ανέρχεται σε λιγότερο από 2.000 άτομα. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι το εθνικιστικό όνειρο ενός ομοιογενούς (σ.σ.: τουρκικού) έθνους θα είχε πραγματοποιηθεί αν οι μη μουσουλμάνοι ήταν η μοναδική μειονότητα. Δυστυχώς δεν ήταν!». (σελ. 264). Σε αντιδιαστολή δηλώνουν ότι δεν διαφωνούν με την άποψη βάσει της οποίας «οι σημερινοί Ελληνες αυτοαποκαλούνται “Νεοέλληνες”, διαχωρίζοντας ανεπιφύλακτα τους εαυτούς τους από τους φερόμενους ως προγόνους τους, οι οποίοι αποκαλούνται συνήθως “αρχαίοι” ή “αρχαίοι Ελληνες”», γεγονός που «μαρτυρά συχνά μία απόσταση, ένα ρήγμα ή μία μερικώς ανταγωνιστική διάκριση»! (σελ. 129) Όσο για την αναφορά στις «τουρκικές μειονότητες στις γειτονικές χώρες, ειδικότερα στην Ελλάδα και στη Βουλγαρία» (σελ. 214), είναι πασιφανές ότι αποτελεί βούτυρο στο ψωμί της προκλητικής ρητορικής της Τουρκίας σε συνδυασμό βέβαια και με τη «μακρά ιστορία καταπατήσεων των ανθρωπίνων και μειονοτικών δικαιωμάτων των μουσουλμάνων της Δυτικής Θράκης». (σελ. 242)

Μανώλης Γαλάνης
Πηγή

This entry was posted in Uncategorized. Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s